πλουμβαγινίδες


πλουμβαγινίδες
οι, Ν
βοτ. οικογένεια αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που περιλαμβάνει 10 γένη ποωδών και θαμνωδών ειδών που απαντούν σε όλο τον κόσμο και κυρίως στις ημιάνυδρες αλμυρές στέππες και στις αλμυρές παράκτιες περιοχές τής Ευρώπης, τής Ασίας, τής Αφρικής και τής Αυστραλίας, η μόνη οικογένεια την οποία περιλαμβάνει η τάξη τών πλουμβαγινωδών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. plumbaginaceae < λατ. plumbago, -inis «είδος φυτού, μολύβδαινα» (< λατ. plumbum «μόλυβδος»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λιμονίαστρο — και λειμωνίαστρο, το βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια πλουμβαγινίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. limoniastrum < limon (< λειμ ών) + astrum (< ἄστρον)] …   Dictionary of Greek

  • λιμόνιο — το βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια πλουμβαγινίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. limonium < νεολατ. limonium (< λειμώνιο < λειμών)] …   Dictionary of Greek

  • πλουμπαγκίδες — οι, Ν βοτ. άλλη ονομασία τής οικογένειας φυτών πλουμβαγινίδες …   Dictionary of Greek

  • στατικός — ή, ό / στατικός, ή, όν, ΝΑ 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη στάση, που προκαλεί στάση, που προκαλεί ακινησία, σε αντιδιαστολή προς αυτόν που αναφέρεται στην κίνηση ή στη μεταβολή 2. το θηλ. ως ουσ. η στατική γένος αγγειόσπερμων δικότυλων… …   Dictionary of Greek

  • στέπα — Παλιά γραφή της λέξης στέππα. Κοινωνία ποωδών φυτών, διαδομένη στις θερμές (ειδικά υποτροπικές) εύκρατες και ψυχρές περιοχές, που έχουν λίγες βροχές. Ο όρος προέρχεται από το ρωσικό stepii, που σημαίνει έρημος, με την έννοια του εδάφους που δεν… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.